Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Μονοπάτι, μονοπατάκι



Χιονίζει πάνω στον λόφο
η στράτα έχει χαθεί
όμως έχω καλό άλογο
δεν θα ξεπεζέψω

Μονοπάτι, μονοπάτι μονοπατάκι
το κόκκινο φαρί μου
τίποτα δεν μου έχει μείνει
τα έχω δώσει όλα

Μονοπάτι, μονοπάτι, μονοπατάκι
της καρδιάς
φώτιζε μου τον δρόμο
γιατί φεύγω

Αυτά τα κρύα ποτέ δεν σκοτώνουν
ούτε κι ο πόνος σκοτώνει
οι χιονιάδες δεν με τρομάζουν
ξέρω να περπατάω μόνος, χωρίς αγάπη

Μονοπάτι, μονοπάτι μονοπατάκι
το κόκκινο φαρί μου
τίποτα δεν μου έχει μείνει
τα έχω δώσει όλα

Μονοπάτι, μονοπάτι, μονοπατάκι
της καρδιάς
φώτιζε μου τον δρόμο

γιατί φεύγω

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Όταν βραδιάζει την Κυριακή




Τι λυπημένες που είναι οι Κυριακές
καθώς πέφτει το βράδυ
από τις φλέβες του ορίζοντα
στάζει το αίμα
της μέρας που φτάνει λαβωμένη
για να πεθάνει κάτω από τις ιτιές…
Όλα τα πράγματα μοιάζει
Να πεθαίνουν την ίδια στιγμή,
όταν το βράδυ ξεψυχάει,
μια γιγάντια σιωπή
ξανακάνει αιώνιο κάθε λεπτό.
Οποιοδήποτε κυριακάτικο βράδυ.
Τι λυπημένες που είναι οι Κυριακές
καθώς πέφτει το βράδυ.
Όλα η αγωνία κρεμιέται
απ’ τις χορδές του αέρα,
και το γκρίζο ξωτικό που προλέγει,
το κυριακάτικο βράδυ φεύγει.
Ο άνθρωπος δεν είναι πια άνθρωπος,
είναι μέρος του τοπίου,
κι ούτε που  καταλαβαίνει
να πεθαίνει ή αν γεννιέται,
αν πρέπει να είναι το τέλος του κόσμου

θα είναι ένα κυριακάτικο βράδυ.

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Romance


Η αγάπη μου μοιάζει με εκείνα τα πράγματα που δεν έχουν απάντηση.
Είναι, σαν να ρωτάς γιατί υπάρχει το δροσερό νερό.
Γιατί ακούγονται οι τρίλιες στις κορφές των δέντρων; Γιατί οι μέλισσες φτιάχνουν το μέλι;
Γιατί οι κρίνοι είναι άσπροι και η βιολέτες μωβ;
Η αγάπη μου είναι όπως αυτά τα πράγματα
Που ποτέ δεν έχουν απάντηση.
Γιατί τραγουδά η κίσσα
στα φυλλώματα των δέντρων;
Γιατί μιλά για τόσα πράγματα
Το μουρμούρισμα των ξερών φύλλων;
Για ποιο λόγο με κοιτάζεις
με αυτό το ζευγάρι ποιήματα;
Η αγάπη μου είναι όπως τα πράγματα
που ποτέ δεν έχουν απάντηση.
Κι εγώ νιώθω να με αγκαλιάζεις
Κι εγώ νιώθω να με φιλάς
Κι εσύ νιώθεις πότε υποφέρω.
Κι εσύ νιώθεις όταν ακούγεται
Η ξενύχτισα κιθάρα μου
είκοσι φεγγάρια στην σειρά.
Η αγάπη μου είναι όπως τα πράγματα

Που ποτέ δεν έχουν απάντηση.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Πότε κοιμάται η κιθάρα;




Εγώ ρωτώ την νύχτα
πότε κοιμάται η κιθάρα,
εγώ ρωτώ την νύχτα
πότε κοιμάται η κιθάρα
εγώ που την νιώθω να προσεύχεται
ο ψαλμός της την αυγή,
το τραγούδι της το δείλι,
η μιλόνγκα της το πρωί,
το τάνγκο της που ζεματάει ζωή,
με αγάπη, με πόνο και θυμό….

Αχ νύχτα και να μου έλεγες
πότε κοιμάται η κιθάρα!

Τι ξωτικό σε κατέχει κιθάρα
για να ζεις με ξαγρύπνια,
τι ξωτικό σε κατέχει κιθάρα
για να ζεις με ξαγρύπνια,
για να μας λες το βάσανό σου
μόνο με μισή σου λέξη,
σε μια γωνιά να ζωγραφίσεις
τον έρωτα μιας νέας,
ένα αντίο που δεν θα ειπωθεί
και μια λησμονιά που μεγαλώνει…

Αχ νύχτα και να μου έλεγες
πότε κοιμάται η κιθάρα!

Γίνεται ολόκληρη τοπίο
όταν για τον κάμπο μας μιλά
και στης γειτονιάς μου τους δρόμους
οι χορδές της αιμορραγούν,
στο μαγεμένο ξύλο της
χωρούν τα πάντα
και μας κουβαλά την νύχτα
και μας ενθαρρύνει, και μας σκοτώνει…

Αχ νύχτα και να μου έλεγες
πότε κοιμάται η κιθάρα!

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Quiero beber y no olvidar



Κάποιες φορές θέλω να μην τελειώσει η νύχτα
να συνεχίσει η μουσική μέχρι τον ορίζοντα
θέλω να πιω, να μη ξεχάσω
να είμαι ευτυχής και να αρχίσω απ' την αρχή.
Πάντα θέλω να σηκώσω αυτό που είναι κάτω
να μην υπάρχει απάτη
θέλω να πιω, να μην ξεχάσω
να είμαι ευτυχής και να αρχίσω απ' την αρχή.
Θέλω να είμαι θάλασσα, και καταντάω αφρός
θέλω να προχωρήσω και καταντάω αφρός.
χωρίς εσένα δεν μπορώ, γιατί δεν με βοηθάς
για όλα επιστρέφουν οι αμφιβολίες.
Κάποιες φορές θέλω να πάω μαζί σου στο φεγγάρι
να μην υπάρχει πια η λέξη "ποτέ"
θέλω να πιω, να μην ξεχάσω
να είμαι ευτυχής και να αρχίσω απ' την αρχή.
Πάντα θέλω τον θάνατο να κοροϊδέψω
θέλω τον Σεπτέμβρη να νιώσω την Άνοιξη
θέλω να πιω, να μην ξεχάσω
να είμαι ευτυχής και να αρχίσω απ' την αρχή.
Θέλω να είμαι θάλασσα, και καταντάω αφρός
θέλω να προχωρήσω και καταντάω αφρός.
χωρίς εσένα δεν μπορώ, γιατί δεν με βοηθάς
για όλα επιστρέφουν οι αμφιβολίες.
Πάντα θέλω να ήταν όλα διαφορετικά
κι ακόμα η τρέλα να νικήσει
θέλω να πιω, να μην ξεχάσω
να είμαι ευτυχής και να αρχίσω απ' την αρχή.
Πάντα θέλω να σε τίποτα να μην υπάρχει εξουσία
θέλω πραγματικότητα να γίνουν τα όνειρα
θέλω να πιω, να μην ξεχάσω
να είμαι ευτυχής και να αρχίσω απ' την αρχή.
Θέλω να είμαι θάλασσα, και καταντάω αφρός
θέλω να προχωρήσω και καταντάω αφρός.
χωρίς εσένα δεν μπορώ, γιατί δεν με βοηθάς
για όλα επιστρέφουν οι αμφιβολίες.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Desapariciones





Ας μου πει κάποιος αν είδε τον άντρα μου- ρωτούσε η κυρά· τον
λένε Ερνέστο Χ· είναι 40 χρόνων, δουλεύει επιστάτης σε μια επιχείρηση στο
Κάρρος. Φορούσε ένα σκούρο πουκάμισο και ανοιχτό παντελόνι. Βγήκε χθες βράδυ και
δεν γύρισε· δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Δεν μου έχει συμβεί ξανά κάτι τέτοιο.

Πάνε τρεις μέρες που ψάχνω την αδελφή μου, την λένε Αλταγράσια, όπως
και την γιαγιά.  Έφυγε από την δουλειά για το σχολείο.  Φορούσε τα
τζιν και ένα λευκό πουκάμισο. Δεν πήγε στον φίλο της. Εκείνος είναι στο
σπίτι του. Δεν ξέρουν τίποτα γι’ αυτήν στα επείγοντα ούτε στο νοσοκομείο.

Ας μου πει κανείς αν είδε τον γιο μου. Είναι φοιτητής στο προπαρασκευαστικό
της Ιατρικής. Τον λένε Αγουστίν. Είναι καλό παιδί. Καμιά φορά είναι πεισματάρης, όταν επιχειρηματολογεί. Τον πιάσανε. Δεν ξέρω ποια υπηρεσία. Παντελόνι λευκό, πουκάμισο με ρίγες.  Από προχθές.

Κλάρα Κινιόνες την λένε την μητέρα μου. Είναι ψυχούλα του Θεού, δεν ανακατεύεται
με κανένα. Την πήρανε για μάρτυρα, για μια υπόθεση που δεν έχει να κάνει
με έμενα. Πήγα να παραδοθώ, σήμερα το απόγευμα και τώρα δεν ξέρουν ποιος την μετέφερε στην φυλακή.

Απόψε άκουσα εκρήξεις. Πυροβολισμούς από τουφέκια και περίστροφα.
Αμάξια επιταχύνανε, φρένα, κραυγές. Ήχους από μπότες στον δρόμο. Χτυπήματα
στην πόρτα. Κλάματα. Για το Θεό. Πιάτα σπασμένα. Έπαιζε το σήριαλ.
Γι αυτό κανένας δεν κοίταξε απ’ έξω.
Που πάνε οι εξαφανισμένοι;
Ψάξε στο νερό και στους θάμνους.
Και γιατί εξαφανίζονται;
Γιατί δεν είμαστε όλοι ίσοι.
Και πότε επιστρέφει ένας εξαφανισμένος;

Κάθε φορά που έρχεται στην σκέψη.

Que alguien me diga si ha visto a mi esposo-, preguntaba la doña; se
Llama Ernesto X; tiene 40 años, trabaja de celador en un negocio de
Carros. Llevaba camisa oscura y pantalón claro. Salió anteanoche y no
Ha regresado; no sé qué pensar. Esto antes nunca me había pasado.

Llevo tres días buscando a mi hermana, se llama Altagracia, igual
Que la abuela. Salió del trabajo pa' la escuela. Tenía puestos unos
Jeans y una camisa blanca. No ha sido el novio. El tipo está en su
Casa. No saben de ella en la PSN, ni en el Hospital.

Que alguien me diga si ha visto a mi hijo. Es estudiante de
Pre Medicina. Se llama Agustín. Es un buen muchacho. A veces es
Terco cuando opina. Lo han detenido. No sé qué fuerza. Pantalón
Blanco, camisa a rayas. Pasó anteayer.

Clara Quiñones se llama mi madre. Es un alma de Dios, no se mete
Con nadie. Y se la han llevado de testigo, por un asunto que es no más
Conmigo. Y fuí a entregarme, hoy por la tarde y ahora no saben quién
Se la llevó del cuartel.

Anoche escuché varias explosiones. Tiros de escopeta y de revólveres.
Carros acelerados, frenos, gritos. Eco de botas en la calle. Toques de
Puerta. Quejas. Por Dioses. Platos rotos. Estaban dando la telenovela.
Por eso nadie miró pa' fuera.

¿Adónde van los desaparecidos?
Busca en el agua y en los matorrales.
¿Y por qué es que se desaparecen?
Porque no todos somos iguales.
¿Y cuándo vuelve el desaparecido?
Cada vez que los trae el pensamiento.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Δεν θα γυρίσω



                                                                               στον φίλο μου Κάρλος


Όταν μακριά βρεθώ από εσένα
όταν θέλεις μαζί σου να είμαι
δεν θα βρεις μια θύμηση δική μου
ούτε θα έχεις πια τον έρωτά μου

Σου το ορκίζομαι δεν θα γυρίσω
παρόλο που κομμάτιασες την ζωή μου
αν κάποια φορά σε αγάπησα τρελά
για την ψυχή μου είσαι ήδη φευγάτη

Δεν θα γυρίσω
σου τ' ορκίζομαι, για το Θεό, κοίταξε με
σου το λέω ενώ κλαίω με θυμό
δεν θα γυρίσω

Δεν θα σταματήσω
μέχρι να δω το κλάμα μου να φτιάχνει
το ποτάμι που θα πνιγεί η λήθη
όπου εγώ την θύμηση σου θα βουλιάξω.

Ήμασταν σύννεφα που χώρισε ο άνεμος
ήμασταν πέτρες που πάντα συγκρούονταν
σταγόνες νερού που στέγνωσε ο ήλιος
μεθύσια που δεν τελειώσαμε ποτέ.

Στο τρένο της απουσίας πηγαίνω
το εισιτήριο μου δεν έχει επιστροφή
κι ότι έχεις δικό μου στο δίνω
όμως τα φιλιά σου πίσω δεν δίνω.

Δεν θα γυρίσω
σου τ' ορκίζομαι, για το Θεό, κοίταξε με
σου το λέω ενώ κλαίω με θυμό
δεν θα γυρίσω

Δεν θα σταματήσω
μέχρι να δω το κλάμα μου να φτιάχνει
το ποτάμι που θα πνιγεί η λήθη
όπου εγώ την θύμηση σου θα βουλιάξω.




Cuando lejos me encuentre de ti
Cuando quieras que esté yo contigo
No hallarás un recuerdo de mí
Ni tendrás más amores conmigo

Yo te juro que no volveré
Aunque me haga pedazos la vida
Si una vez con locura te amé
Ya de mi alma estarás despedido

No volveré
Te lo juro por Dios que me mira
Te lo digo llorando de rabia
No volveré

No pararé
Hasta ver que mi llanto ha formado
Un arroyo de olvido anegado
Donde yo tu recuerdo ahogaré

Fuimos nubes que el viento apartó
Fuimos piedras que siempre chocamos
Gotas de agua que el sol resecó
Borracheras que no terminamos

En el tren de la ausencia me voy
Mi boleto no tiene regreso
Y lo que tengas de mi te lo doy
Pero no te devuelvo tus besos

No volveré
Te lo juro
por Dios que me mira
Te lo digo llorando de rabia
No volveré

No pararé
Hasta ver que mi llanto ha formado
Un arroyo de olvido anegado

Donde yo tu recuerdo ahogaré