Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Ο τελευταίος κάτοικος του πλανήτη


Ο τελευταίος κάτοικος του πλανήτη
Μέτρησε τα λεφτά και σκέφτηκε
Σκέφτηκε να τα ξοδέψει όλα σε ένα βράδυ
Γιατί να τα φυλάξει
                      
Πρώτα να δω τις πρεμιέρες στους κινηματογράφους
Μετά το αγαπημένο μου εστιατόριο
Έψαξε στην ατζέντα του χαμογελώντας
Για να δει σε ποιον θα τηλεφωνήσει

Και σκέφτηκε ποιος να ‘ναι
Τόσο ευτυχισμένος όπως εγώ
Γύρνα τον κόσμο αντί για μένα
Για μένα, γιατί ναι

Έπιασε μια μύγα στον αέρα αδιάφορα
Έκλεισε το χέρι και την κούνησε αργά
Μέτρησε ένα, δύο, τρία, τετρακόσια
Μετά την άφησε να πετάξει

Και σκέφτηκε ποιος να ‘ναι
Τόσο ευτυχισμένος όπως εγώ
Γύρνα τον κόσμο αντί για μένα
Για μένα, γιατί ναι

Ο τελευταίος κάτοικος του πλανήτη
Κοίταξε στον καθρέφτη το ίδιο του το πρόσωπο
Άγγιξε με τα δάχτυλα την επιφάνεια
Και του φάνηκε να λάμπει.


El último habitante del planeta
Contó el dinero y se tomó su tiempo
Pensó gastarlo todo en una noche
Para qué lo iba a guardar

Primero ver qué estrenan en el cine
Después mi restaurante favorito,
Buscó en su agenda con una sonrisa,
Para ver a quién llamar

Y pensó quién será
Tan feliz como yo
Gira el mundo a mis pies
Para mí, porque sí

Cazó una mosca al vuelo con desgana
Cerró la mano y la agitó despacio
Conto uno, dos, tres, cuatro, cuatrocientos
Luego la dejó volar

Y pensó quién será
Tan feliz como yo
Gira el mundo a mis pies
Para mí, porque sí

El último habitante del planeta
Miró al espejo y vio su propia cara
Palpó la superficie con los dedos

Y le pareció brillar.

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Τον λέγανε Μανουέλ




Τον λέγανε Μανουέλ γεννήθηκε στην Ισπανία
από λάσπη το σπίτι του, λάσπη και καλάμια.
Τα χωράφια του αφεντικού, τα πότιζε
ο ιδρώτας του, το κλάμα του, καθημερινά.

Δεν υπήρχε σαν κι αυτόν άλλος ζητιάνος του μεροκάματου
ανάμεσα στις ελιές και στο στάρι για ένα ξεροκόμματο.
Από λάσπη το σπίτι του, λάσπη και καλάμια,
τον λέγανε Μανουέλ, γεννήθηκε στην Ισπανία.

Τον λέγανε Μανουέλ, γεννήθηκε στην Ισπανία,
ο κόσμος του ήταν άλλος κόσμος πίσω απ’ το βουνό.
Του αφέντη ήταν τα χωράφια, κάτω απ’ τον δρόμο
τα μούρα και τα λουλούδια στα παρτέρια.

Το μουλάρι και τα χαλινάρια, το ψωμί και το κρασί,
τα δέντρα, οι πέτρες και οι δρόμοι.
Ο κόσμος του ήταν άλλος κόσμος, πίσω απ’ το βουνό
τον λέγανε Μανουέλ, γεννήθηκε στην Ισπανία.

Τον λέγανε Μανουέλ, γεννήθηκε στην Ισπανία,
εκείνη στα σπλάχνα της φυλούσε ένα γιο.
Τίποτα δεν ήταν δικό του, τίποτα δεν είχαν,
Γι’ αυτό και έκλαψε τόσο όταν πεθάναν.

Με τα ίδια του τα χέρια έσκαψε τον λάκκο
μαζί με την γυναίκα του έθαψε τα όνειρά του.
Εκείνη στα σπλάχνα της φυλούσε ένα γιο,
τον λέγανε Μανουέλ, γεννήθηκε στην Ισπανία.

Τον λέγανε Μανουέλ, γεννήθηκε στην Ισπανία,
τον είδανε να φεύγει ένα πρωί.
Του αφέντη ήταν ο ελαιώνας που τον βρήκαν
και το σκοινί από τα σπαρτά απ’ όπου τον λύσανε.

Και το κομμάτι της γης που τώρα λειώνει.
και το στάρι, στο ύψωμα που στέκει ο τάφος του.
Τον είδανε να φεύγει ένα πρωί.
Τον λέγανε Μανουέλ, γεννήθηκε στην Ισπανία.

Le llamaban Manuel, nació en España,
su casa era de barro, de barro y caña.
Las tierras del señor humedecían
su sudor y su llanto, día tras día.

Mendigo a jornal fijo como él no hubo
entre olivos y trigos, por un mendrugo.
Su casa era de barro, de barro y caña,
le llamaban Manuel, nació en España.

Le llamaban Manuel, nació en España,
su mundo era otro mundo, tras la montaña.
Del amo eran las tierras, camino abajo
las moras y las flores de los ribazos.

La mula y los arreos, el pan y el vino,
los árboles, las piedras y los caminos.
Su mundo era otro mundo, tras la montaña,
le llamaban Manuel, nació en España.



Le llamaban Manuel, nació en España,
ella guardaba un hijo en sus entrañas.
Nunca nada fue suyo, nada tuvieron,
por eso lloró tanto cuando murieron.

Él con sus propias manos cavó una fosa
sepultando sus sueños junto a su esposa.
Ella guardaba un hijo en sus entrañas,
le llamaban Manuel, nació en España.

Le llamaban Manuel, nació en España,
le vieron alejarse una mañana.
Del amo era el olivo, donde lo hallaron
y la soga de esparto que desataron.

Y el pedazo de tierra donde hoy se pudre
y el trigo que en la sierra su tumba cubre.
Le vieron alejarse una mañana.

Le llamaban Manuel, nació en España.

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Procuro olvidarte





Προσπαθώ να σε ξεχάσω
Ακολουθώντας το διάβα ενός λαβωμένου πουλιού
Προσπαθώ να σε ξεφύγω
Από εκείνα τα μέρη που αγαπηθήκαμε
Μπλέκω σε έρωτες, χωρίς διάθεση, ούτε δύναμη για να δω αν θα σε ξεχάσω
Κι έρχεται η νύχτα και ξανά καταλαβαίνω ότι σε χρειάζομαι
Προσπαθώ να σε ξεχάσω
Κάνοντας ολημερίς χίλια πράγματα διαφορετικά
Προσπαθώ να σε ξεχάσω
Πατώντας και μετρώντας τα πεσμένα φύλλα
Προσπαθώ να κουραστώ
Ίσα για να φτάσει η νύχτα χωρίς ζωή
Και βλέποντας το άδειο μας σπίτι, τόσο μόνο και σιωπηλό δεν ξέρω τι θα έκανα…
Αυτό που θα έκανα… για να υπήρχες εσύ, για να συνέχιζες μαζί μου
Αυτό που θα έκανα… για να μην νιώθω έτσι, για να μην ζω έτσι… χαμένος
Αυτό που θα έκανα… για να υπήρχες εσύ, για να συνέχιζες μαζί μου

Αυτό που θα έκανα… για να μην νιώθω έτσι, για να μην ζω έτσι… χαμένος

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Ήταν η ζήλεια





Ξέρω καλά, ότι για μια στιγμή
έχασα τον έλεγχο
δεν ήμουν εγώ αυτός που έβριζε
δεν ήμουν εγώ.
Συγχώρησε τα λόγια μου
σε κάνανε να κλάψεις
αν για κάτι είμαι ένοχος
είναι γιατί αγάπησα.
Σήμερα το μυαλό μου συννέφιασε
δεν μιλούσε η καρδιά
ήταν η ζήλεια
και όχι εγώ.
Αν για κάτι είμαι ένοχος
είναι γιατί αγάπησα.
Ξέρω ότι έχασα την περηφάνια μου
πάντα κάνω το ίδιο
σε ότι αγαπώ επιμένω
Ήθελα μόνο να διαφυλάξω
κάτι που μου ανήκει
ήταν η ζήλεια

ήταν η ζήλεια

Se bien que por un momento
perdí el control
no era yo el que maldecía
no era yo.

Perdona si mis palabras
te han hecho llorar
si de algo soy culpable
es de amar.

Hoy mi mente se nublo
no hablaba el corazón
fueron los celos
y no yo.

Si de algo soy culpable
es de amar.

Se que me perdió el orgullo
siempre hago igual
con las cosas que más quiero soy tenaz.
Solo pretenda guardar
algo de mi posesión
fueron los celos
fueron los celos

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Manos de mujeres-Γυναικεία χέρια



                                                                                                               a mi amiga Rosana, siempre         presente a pesar de los miles kilómetros que nos separan


Χέρι γερό σκουπίζει, βάζει ξύλα στην φωτιά
χέρι σταθερό, όταν γράφει γράμματα ερωτικά

Χέρια που πλέκουν κάνοντας κόμπους
χέρια που προσεύχονται, χέρια που δίνουν
χέρια που γυρεύουν κάποιο μέλλον
για να μην πεθάνουν στην μοναξιά αχ! Αχ!...

Χέρι γέρικο που δουλεύει
που υφαίνει σε κάποιον αργαλειό
χέρι σκλαβωμένο που μαθαίνει
να χορεύει στην λευτεριά του

Χέρια που ζυμώνουν, νικάνε την πείνα
μ’ αυτό που τους δίνει το χώμα
χέρια που αγκαλιάζουν την προσμονή
κάποιου παιδιού που έφυγε αχ! Αχ!

Γυναικεία χέρια
που γεννήσανε την αλήθεια
χέρια πολύχρωμα, χτυπούν παλαμάκια σε κάποιο τραγούδι

Χέρια που τρέμουν, χέρια που ιδρώνουν
χέρια από χώμα, καλαμπόκι και αλάτι
χέρια που αγγίζουν με έγνοια κι αφήνουν την ψυχή τους

χέρια από αίμα, από άνεμο και θάλασσα αχ! Αχ!

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Μονοπάτι, μονοπατάκι



Χιονίζει πάνω στον λόφο
η στράτα έχει χαθεί
όμως έχω καλό άλογο
δεν θα ξεπεζέψω

Μονοπάτι, μονοπάτι μονοπατάκι
το κόκκινο φαρί μου
τίποτα δεν μου έχει μείνει
τα έχω δώσει όλα

Μονοπάτι, μονοπάτι, μονοπατάκι
της καρδιάς
φώτιζε μου τον δρόμο
γιατί φεύγω

Αυτά τα κρύα ποτέ δεν σκοτώνουν
ούτε κι ο πόνος σκοτώνει
οι χιονιάδες δεν με τρομάζουν
ξέρω να περπατάω μόνος, χωρίς αγάπη

Μονοπάτι, μονοπάτι μονοπατάκι
το κόκκινο φαρί μου
τίποτα δεν μου έχει μείνει
τα έχω δώσει όλα

Μονοπάτι, μονοπάτι, μονοπατάκι
της καρδιάς
φώτιζε μου τον δρόμο

γιατί φεύγω

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Όταν βραδιάζει την Κυριακή




Τι λυπημένες που είναι οι Κυριακές
καθώς πέφτει το βράδυ
από τις φλέβες του ορίζοντα
στάζει το αίμα
της μέρας που φτάνει λαβωμένη
για να πεθάνει κάτω από τις ιτιές…
Όλα τα πράγματα μοιάζει
Να πεθαίνουν την ίδια στιγμή,
όταν το βράδυ ξεψυχάει,
μια γιγάντια σιωπή
ξανακάνει αιώνιο κάθε λεπτό.
Οποιοδήποτε κυριακάτικο βράδυ.
Τι λυπημένες που είναι οι Κυριακές
καθώς πέφτει το βράδυ.
Όλα η αγωνία κρεμιέται
απ’ τις χορδές του αέρα,
και το γκρίζο ξωτικό που προλέγει,
το κυριακάτικο βράδυ φεύγει.
Ο άνθρωπος δεν είναι πια άνθρωπος,
είναι μέρος του τοπίου,
κι ούτε που  καταλαβαίνει
να πεθαίνει ή αν γεννιέται,
αν πρέπει να είναι το τέλος του κόσμου

θα είναι ένα κυριακάτικο βράδυ.